ἀσχέδωρος

ἀσχέδωρος
Grammatical information: m.
Meaning: `wild boar' in Magna Graecia (A. Fr. 191)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Kretschmer KZ 36, 267f. proposed Doric *ἀν-σχε-δορϜ-ος `who resists the lance', originally an epithet; cf. μεν-έγχης, μεν-αίχμης; s. also on ἀλέκτωρ (s. ἀλεκτρυών). Bolling, Lg. 12, 1936,220 posited -δωρϜος. Possible at best.
Page in Frisk: 1,175

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ασχέδωρος — ἀσχέδωρος, ο (Α) ονομασία του αγριόχοιρου στη Μεγάλη Ελλάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. ο τ. ασχέδωρος < *αν σχε δορF ος < ανασχείν + δόρυ «αυτός που προβάλλει αντίσταση στο ακόντιο» (πρβλ. μεν εγχής, μεν αίχμης «ο καρτερικός στη μάχη»). Ο τ. ανήκει στη …   Dictionary of Greek

  • ἀσχέδωρος — wild boar masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσχεδώρου — ἀσχέδωρος wild boar masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσχέδωρον — ἀσχέδωρος wild boar masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • deru-, dō̆ ru-, dr(e)u-, drou-; dreu̯ǝ- : drū- —     deru , dō̆ ru , dr(e)u , drou ; dreu̯ǝ : drū     English meaning: tree     Deutsche Übersetzung: “Baum”, probably originally and actually “Eiche”     Note: see to the precise definition Osthoff Par. I 169 f., Hoops Waldb. 117 f.; in addition… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.